Έγινε λοιπόν και αυτό και είναι τώρα παρελθόν. Η συνάντησή μας και η παρουσίαση του βιβλίου της Γιόλας Δαμανού Παπαδοπούλου. Χάρη σε εσάς τους φίλους που δεχθήκατε την πρόσκληση περάσαμε μια ζεστή βραδιά φορτισμένη με πολλή συγκίνηση είναι αλήθεια. Πως όμως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά όταν μιλάς για την Κύπρο; ΄Οταν μιλάς για μια πληγή που ματώνει τριαντατέσσερα χρόνια πίσω; ΄Οταν στη συντροφιά υπάρχουν άνθρπωποι έχασαν το άλλο τους μισό εκείνο τον Ιούλιο και έκτοτε δεν έπαψαν να το αναζητούν; Για όσους δεν ήταν κοντά μας μεταφέρω εδώ όσα είπα προχθές βράδυ
" Είναι μεγάλη τιμή και χαρά για μένα να βρίσκομαι απόψε κοντά σας για να σας παρουσιάσω το τελευταίο βιβλίο της Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου, μιας εκλεκτής εκπροσώπου της πνευματικής Κύπρου. Η μικρή Κύπρος, για όσους δεν το γνωρίζουν, πρέπει να πω, έχει να επιδείξει μια αντιστρόφως ανάλογη λογοτεχνική παραγωγή σε σχέση με το πληθυσμό της. Είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω η ίδια πόσο αγαπούν να διαβάζουν οι άνθρωποι στη Κύπρο. Δεν είναι υπερβολή να πω πως σε κάθε σχολείο, σε κάθε γειτονιά υπάρχει και μια αξιόλογη βιβλιοθήκη που τα βιβλία της ζουν και αναπνέουν χάρη στους ανθρώπους που τα διαβάζουν και ασχολούνται με αυτά, αντί να τα αφήνονται να σκονίζονται στα ράφια. Εκπρόσωπος λοιπόν αυτής της πνευματικής Κύπρου μας έρχεται απόψε η Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου, μια λογοτέχνης που τα βιβλία της έχουν αγαπηθεί στην Κύπρο και την Ελλάδα και έχουν αποσπάσει βραβεία ελληνικά και διεθνή. Η Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου, ασχολείται σοβαρά και με υπευθυνότητα με όλα τα είδη του λόγου. Γράφει για μεγάλους και για παιδιά, γράφει διηγήματα, μυθιστορήματα, ποιήματα, δημοσιογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά αλλά και το ραδιόφωνο, μετέχει σε λογοτεχνικούς συνδέσμους και γενικά είναι μια ζωντανή παρουσία στον πνευματικό χώρο της Κύπρου. Η Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου, γεννήθηκε και ζει στην Κύπρο με την οικογένεια της, έχει όμως περάσει ένα μεγάλο μέρος της νεανικής και ενήλικης ζωής της στην Αφρική. Τα χρόνια που έζησε εκεί και οι εμπειρίες που αποκόμισε έχουν επηρεάσει το γράψιμό της που είναι ζωντανό και πολύχρωμο, άλλοτε τρυφερό, άλλοτε βίαιο σαν τη γη της Αφρικής
Το πρώτο βιβλίο της που διάβασα, «Ψίθυροι του Δάσους» που σημειωτέον έχει κάνει ήδη πέντε εκδόσεις, με εντυπωσίασε.. Μέσα από τη γλαφυρή πένα της συγγραφέως ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με μια Αφρική, λίγο ως πολύ άγνωστη σε μας τους Ευρωπαίους. Μια Αφρική μιας όχι τόσο μακρινής εποχής, λίγο πριν την αγγίξει η φρίκη της πείνας, της αρρώστιας και των εμφυλίων σπαραγμών, που όμως αρχίζει να ξυπνά από ύπνο αιώνων διεκδικώντας για τους λαούς της δικαιώματα που οι λευκοί αδελφοί τους έχουν ήδη κατακτήσει αιώνες πριν. Μέσα από βίαιες συγκρούσεις και πάθη, χαρακτηριστικά κάθε επανάστασης, ανατροπές και όνειρα χαμένα, η Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου υφαίνει ένα μύθο δυνατό που σε ακολουθεί και αφού έχεις τελειώσει το βιβλίο.
Με νωπές ακόμα τις εντυπώσεις από το θαυμάσιο αυτό βιβλίο έσπευσα να διαβάσω το επόμενο βιβλίο της, αυτό για το οποίο θα μιλήσουμε απόψε, με τον αμφίσημο τίτλο « Το άλλο μου μισό» Μπορώ μάλιστα να πω πως ήμουν από τους πρώτους που αγόρασαν μόλις κυκλοφόρησε. Νομίζω μάλιστα ότι το πήρα στα χέρια μου πριν από την ίδια τη συγγραφέα και άρχισα να το διαβάζω μέσα στο τρόλεϊ που με πήγαινε σπίτι μου. Μέχρι να φτάσω από την Ακαδημία ως το Μέγαρο Μουσικής είχα διαβάσει τα δύο πρώτα κεφάλαια. Με κόπο το άφησα για να κατέβω στη στάση μου και περίμενα με ανυπομονησία την ώρα που θα το έπιανα πάλι στα χέρια μου και έλεγα πως δεν θα ησυχάσω μέχρι να το τελειώσω. Λάθος ούτε τότε ησύχασα, αυτό που είχα διαβάσει με είχε τόσο συγκινήσει τόσο συνεπάρει που ακόμα και σήμερα το κουβαλάω μέσα μου.
Ο ανυποψίαστος αναγνώστης διαβάζοντας τον τίτλο του βιβλίου θα νομίσει πως πρόκειται για άλλη μια ερωτική ιστορία, όπου δύο άνθρωποι αναζητούν ο ένας τον άλλο για να γίνουν και πάλι μια ακέραια μονάδα όπως λέει ο Πλάτων. Η εικόνα όμως στο εξώφυλλο, για όποιον γνωρίζει, παραπέμπει στο άλλο μισό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι η εικόνα ενός έρημου σήμερα χριστιανικού μοναστηριού, του Αγίου Ανδρέα στην Καρπασία. Το ένα μισό του διχασμένου νησιού που βρίσκεται πίσω από την γραμμή που χάραξε το μίσος και ο πόλεμος και ποθεί και αναζητεί την ένωση με το άλλο μισό της ελεύθερης πλευράς. Σε δεύτερο όμως επίπεδο ο τίτλος υποδηλώνει και κάτι άλλο, την αναζήτηση και την αγωνία της ψυχής των ανθρώπων που δεν ολοκληρώθηκαν σαν χαρακτήρες γιατί την κρίσιμη στιγμή της ζωής τους κόπηκε ο δεσμός με το άλλο μισό του εαυτού τους.
Στο μυθιστόρημα της αυτό η Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου, καταπιάνεται με τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας της Κύπρου. Προβλήματα που οι ρίζες τους πάνε πίσω στο χρόνο. Στο θερμό καλοκαίρι του 1974, τριάντα τέσσερα χρόνια πριν , που η μικρή πατρίδα της διχάστηκε βίαια. Στη σημερινή Κύπρο και ιδιαίτερα στη Λευκωσία και την Κερύνεια, τοποθετεί το μύθο της η συγγραφέας. Ο Γιάννης Γαβριηλίδης, ένας από τους ήρωες, ζει μια ζωή φαινομενικά ευτυχισμένη, είναι δραστήριος, επιτυχημένος επιχειρηματίας, παντρεμένος με την όμορφη και προικισμένη καλλιτέχνιδα Αριάδνη και η ζωή τους κυλά ήρεμα στην ξαναγεννημένη Κύπρο, που έχει πια γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης. Κάτω όμως από το λούστρο της επιφάνειας, της επιτυχημένης και ευτυχισμένης ζωής του ήρωα και της γυναίκας του και της ανθούσας κοινωνίας της Κύπρου, κρύβονται δράματα και πληγές που με την πρώτη ευκαιρία ματώνουν. Κάθε τόσο την επιφανειακή ηρεμία έρχεται να ταράξει ένα περιστατικό για να θυμίσει πως ό,τι πληγώνει δεν ξεχνιέται. Κάποιοι , δεν μπορούν να ξεχάσουν τις προσωπικές τραγωδίες που τους χτύπησαν. ΄Ενας από αυτούς είναι ο Γιάννης Γαβριηλίδης, που κουβαλάει την ανάμνηση της τραγικής ημέρας του Ιουλίου του 74 όταν παιδί εννέα χρονών, κρυμμένο σε μια κουφάλα δέντρου ήρθε αντιμέτωπος με την ανθρώπινη θηριωδία δίχως να μπορεί να αντιδράσει. Τότε που είδε τη μητέρα του να βιάζεται και να σκοτώνεται και τον αδερφό του να βασανίζεται, Μπορεί ο ίδιος να σώθηκε και χάρη στην αγάπη των παππούδων του και φίλων που τον περιμάζεψαν, να κατάφερε να φτιάξει τη ζωή του οι εικόνες όμως της βίας, ανάμεικτες με αδικαιολόγητα αισθήματα ενοχής για τη δική του αδράνεια, όπως νομίζει, τον καταδιώκουν συνεχώς και δεν τον αφήνουν να ησυχάσει, ούτε να ωριμάσει συναισθηματικά. Παρά τις επαγγελματικές του επιτυχίες παραμένει συναισθηματικά ασταθής και ευάλωτος. Αυτά ακριβώς τα βαθειά τραύματα δεν τον αφήνουν να καταλάβει τον τρόπο που σκέφτεται και αντιδρά η Αριάδνη, η όμορφη γυναίκα του που δεν έχει ανάλογα βιώματα, μια και ήταν πολύ μικρή όταν έγινε η καταστροφή του 74, και είναι φυσικό να βλέπει τον κόσμο μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα. Η Αριάδνη, προικισμένη καλλιτέχνις πιστεύει στην επαναπροσέγγιση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων μέσα από την τέχνη και για αυτό δέχεται να συμμετάσχει σε μια κοινή έκθεση καλλιτεχνών από τις δύο πλευρές. Θα ήθελε τον άντρα της κοντά της τη στιγμή που κάνει το μεγάλο αυτό βήμα, εκείνος όμως δε μπορεί να καταλάβει την ανάγκη της, το τραύμα της ψυχής του δεν τον αφήνει να δει καθαρά. Από εδώ και πέρα τα πράγματα, εξελίσσονται ραγδαία, παίρνουν μια απροσδόκητη τροπή. Ο Γιάννης στο εξωτερικό που βρίσκεται για επαγγελματικό ταξίδι, υποκύπτει στον πειρασμό της όμορφης πόρνης που του ρίχνει για δόλωμα ο πονηρός Ρουμάνος συνεργάτης του για τον καταστήσει υποχείριο του. ο Γιάννης αν και υποψιάζεται τις προθέσεις του συνεργάτη του, εντούτοις ο ανώριμος συναισθηματικά χαρακτήρας του τον αφήνει να υποκύψει στον πειρασμό της σάρκας και να ξεχάσει προσωρινά την Αριάδνη τη γυναίκα του. Εκείνη πάλι, με τις ευαίσθητες κεραίες του καλλιτέχνη που διαθέτει, διαισθάνεται πως κάτι δεν πάει καλά στη σχέση τους, πληγώνεται και νοιώθει να κλονίζεται το βάθρο του γάμου της που μέχρι τότε πίστευε σταθερό. Ο πειρασμός χτυπά και τη πόρτα της δικής της καρδιάς και έχει τη μορφή ενός όμορφου Τουρκοκύπριου ζωγράφου, του Αχμέτ. Ένα δυνατό πάθος τους φέρνει κοντά, εκείνο όμως που αγνοούν και οι δύο είναι πως η μοίρα τους έχει διαλέξει για να παίξει ένα γλυκόπικρο παιχνίδι μαζί τους και με τους ανθρώπους που αγαπούν. Δε θέλω να σας αποκαλύψω τα μυστικά του βιβλίου γιατί θέλω να το αγοράσετε και να το διαβάσετε και να το απολαύσετε όπως εγώ.
Εκεί που θέλω να σταθώ είναι στη γραφή της Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου, βρήκα το γράψιμό της πιο ώριμο πιο βαθύ από το προηγούμενο βιβλίο της τους Ψίθυρους του Δάσους. Στο καινούργιο της μυθιστόρημα η συγγραφέας προχωρεί σε μια βάθος ανάλυση προσώπων και χαρακτήρων. Κοντά στον ασταθή και ανώριμο Γιάννη, την ευαίσθητη Αριάδνη και τον τρυφερό Αχμέτ που με αγωνία αναζητά την ταυτότητά του, στήνει χαρακτήρες γερούς και αληθινούς. Την μητέρα της Αριάδνης τη φαινομενικά ελαφρόμυαλη και επιδερμική Θάλεια, που έχει διαλέξει αυτό το προσωπείο για τον εαυτό της για να κρύβει τον πληγές που προκαλεί στο γάμο της ο εγωιστής και γυναικάς άντρας της, την αρχόντισσα κυρία Μάρα, που έχει μάθει να υπομένει και να παραμερίζει τον εαυτό της για χάρη αυτών που αγαπά, τον πονηρό Βίκτορα, τον άπληστο Ισμαήλ, και άλλες φευγαλέες φιγούρες κυνικών επιχειρηματιών και κοσμικών κυριών που αναζητούν την καλοπέραση και τον πλουτισμό με κάθε μέσο χωρίς ηθικές αναστολές Όλοι είναι πρόσωπα με σάρκα και οστά, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, εύκολα αναγνωρίσιμοι.
Εκείνο όμως που κάνει το βιβλίο ξεχωριστό είναι ο τρόπος με τον οποίο φωτίζει η συγγραφέας τη ζωή στη σημερινή διχασμένη Κύπρο. Με τόλμη και θάρρος μας δίνει μια εικόνα της σημερινής Κύπρου, όπου κάτω από την επίφαση του πλούτου και της ευμάρειας και πίσω από τη φαινομενική επιδίωξη του πλουτισμού, κρύβονται πληγές βαθειές, χαμένες πατρίδες, χωρισμένες οικογένειες. Αγνοούμενοι. Η βαθύτερη και πιο οδυνηρή πληγή. Η πληγή που ματώνει και δεν αφήνει τους ανθρώπους που αγαπούν να ξεχάσουν. Κοντά σε αυτούς που θέλουν να ξεχάσουν, να κάνουν δουλειές στην άλλη πλευρά του νησιού να αγοράσουν με τεχνάσματα σπίτια και χτήματα που κάποτε τους ανήκαν, κοντά σε εκείνους που παίρνουν το αυτοκίνητο και περνούν με ελαφριά την καρδιά στα κατεχόμενα για να διασκεδάσουν , να παίξουν στα καζίνο, ή να φάνε ψάρι και κανταίφι στη Κερύνεια, υπάρχουν εκείνοι που περιμένουν μια είδηση για κάποιον που χάθηκε τριάντα τέσσερα χρόνια πριν. Υπάρχουν εκείνοι που τους καλούν οι αρχές να παραλάβουν κάποια οστά που ταυτοποίηθηκαν με τις σύγχρονες μεθόδους της επιστήμης, και τώρα καλούνται οι αγαπημένοι να τους αποδώσουν τις τελευταίες τιμές. Κάποιες γυναίκες θα θρηνήσουν οριστικά το χαμό αυτών που θεωρούσαν ως χθες « αγνοούμενους». Κάποιοι άλλοι θα γυρίσουν πίσω στις παλιές γειτονιές που έπαιζαν, θα δουν τα σπίτια τους να τα κατοικούν άλλοι, θα έχουν χάσει ένα κομμάτι της ζωής τους και δε θα μπορέσουν να αντιδράσουν. Αυτές οι πληγές είναι δύσκολο να κλείσουν. Για αυτές μιλάει η Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου, γιατί μια καρδιά μοιρασμένη, όπως είναι η Κύπρος σήμερα, Δε θα πάψει ποτέ να αναζητά το άλλο μισό της,. Θα αναζητά και θα ελπίζει να μπορέσει γίνει και να νοιώσει ολόκληρη πάλι. Αυτό ευχόμαστε και εμείς που αγαπούμε και καταλαβαίνουμε τον πόνο του χωρισμού."