Thursday, April 09, 2009

Όχι, μην τρομάζετε με τον τίτλο. Δεν πρόκειται να φύγω. Εδώ θα μείνω, μόνο μετακομίζω, αλλάζω γειτονιά, παραπλεύρως στο http://e-tsamadou.blogspot.com  Εκεί θα με βρίσκετε από τώρα και στο εξής. Νέα όψη, παλιές ιδέες. Θα σας περιμένω να τα λέμε όπως πριν. Μη με ξεχάσετε.

Thursday, April 09, 2009 7:52:53 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [8]  | 

Tην Αθηνά Κακούρη δε νομίζω πως χρειάζεται να σας την παρουσιάσω, το έργο της είναι γνωστό και πολύ αγαπητό. Αρχίζοντας από τα αστυνομικά διηγήματά της που δημοσιεύονταν στο περιοδικό « Ταχυδρόμος» τη δεκαετία του 60 ― για όσους ήταν τότε σε ηλικία να διαβάζουν.. ― μέχρι τα σχετικά πρόσφατα,  τα πολυαγαπημένα «Πριμαρόλια», τον πάντα επίκαιρο «Χαρταετό» και τη τρυφερή « Θέκλη», η Αθηνά Κακούρη μας έχει  χαρίσει  υπέροχες σελίδες μεστές σε λογοτεχνική αξία και ποιότητα ενώ παράλληλα  μας έκανε οικεία την ιστορία της Ελλάδας των τελευταίων εκατό χρόνων. Η Αθηνά  Κακούρη, έχει ασχοληθεί σχεδόν με όλα τα είδη του λόγου, έχει γράψει διηγήματα, χρονογραφήματα, ραδιοφωνικές σειρές, έχει μεταφράσει ξένη λογοτεχνία και ιστορία. Εκείνο όμως που τη χαρακτηρίζει είναι το ιστορικό μυθιστόρημα, ενίοτε διανθισμένο και με αστυνομικό μυστήριο.  Αντίθετα με πολλά σύγχρονα αλλά και παλαιότερα μυθιστορήματα που χαρακτηρίζονται ως  «ιστορικά»  και δυστυχώς δε διακρίνονται ούτε για το σεβασμό της Ιστορίας, ούτε του αναγνώστη, τα έργα της Αθηνάς Κακούρη τα χαρακτηρίζει η συνέπεια και η ευσυνειδησία  με την οποία αποδίδει με άνεση και χωρίς περιττές φλυαρίες τον ιστορικό περίγυρο μέσα στον οποίο κινούνται οι ήρωες της και εκτυλίσσεται ο μύθος. Ο αναγνώστης δε γίνεται μόνον κοινωνός των όσων γνώσεων έχει αποθησαυρίσει η ίδια , αλλά ζει μαζί με τους ήρωες της στο χώρο και στο χρόνο που  τους έχει τοποθετήσει.  Όπως χαριτωμένα λέει και η ίδια η μεγάλη της ηλικία τη βοηθά να μας ξεναγεί στο παρελθόν.  Με όλο το σεβασμό, δε θα συμφωνήσω μαζί της. Η ηλικία δεν έχει τίποτε να προσθέσει σε ένα γραπτό αν δεν υπάρχει  ταλέντο και  γνώσεις που αποκτώνται με μελέτη και σκληρή εργασία, αλλά και αν ο συγγραφέας δε σέβεται τον αναγνώστη.

 

Στο τελευταίο της βιβλίο με τον, παράδοξο για τους αμύητους, τίτλο « Ξιφίρ Φαλέρ», δανεισμένο από μια επιθεώρηση που ανέβηκε στην Αθήνα το καλοκαίρι του  1916 και έκανε πάταγο για τη φαντασμαγορία της, η Αθηνά Κακούρη μας διηγείται με το δικό της μοναδικό τρόπο μια  τρυφερή γλυκόπικρη ιστορία δολοπλοκιών και ενός διαφαινόμενου στο βάθος έρωτα που ξετυλίγεται στην Αθήνα του 1916. Μια Αθήνα  που ζει φαινομενικά ξένοιαστη στην ανάπαυλα των Βαλκανικών πολέμων πριν μπει στο χορό του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Μια Αθήνα  με ελάχιστα αυτοκίνητα, με χωματόδρομους και τραμ που πάει τους Αθηναίους στο Φάληρο να φάνε λουκουμάδες στο « Ακταίον» ενώ στο βάθος  βλέπουν να ναυλοχεί ο Γαλλικός στόλος  που αποκλείει την ελεύθερη διακίνηση αγαθών στη χώρα.. Μια υπαρκτή απειλή, ένας ουσιαστικός  ρυθμιστής της κατάστασης και εν τέλει του ίδιου του πολιτεύματος.  Μια Αθήνα, πρωτεύουσα ενός κράτους που έχει μεγαλώσει χάρη στους νικηφόρους βαλκανικούς πολέμους, αλλά που όσα εδάφη με αίμα απέκτησε δεν είναι βέβαιο πως μπορεί να διατηρήσει. Μία χώρα που η κυβέρνηση της κάνει κάθε είδους παραχωρήσεις στις αξιώσεις των δυνατών, που δέχεται παρά την ουδετερότητά της να στρατοπεδεύουν  ξένα στρατεύματα στο έδαφός της, ανέχεται   να υπόσχονται η σύμμαχοι, ερήμην της, την  Καβάλα στους Βουλγάρους, ενώ  την ίδια εποχή, στη ελληνική επικράτεια,η αγγλική αντικατασκοπία   παρακολουθεί, συλλαμβάνει και   ανακρίνει όσους θεωρεί  υπόπτους με την ανοχή και τις ευλογίες της ελληνικής κυβέρνησης.  Με δύο λόγια κάτω από την επίφαση της ειρήνης και της ευμάρειας της αστικής τάξης, η Ελλάδα είναι  « ξέφραγο αμπέλι» όπου αλωνίζουν κάθε λογής κατάσκοποι και αντικατάσκοποι, Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι, Γερμανοί. Κοντά σε αυτούς διάφοροι τύποι του υπόκοσμου και όχι μόνο, είναι πρόθυμοι να  προσφέρουν επί χρήμασι, πληροφορίες, αληθινές ή ψεύτικες, σε όποιον πληρώνει τα περισσότερα ενώ  άλλοι απάτριδες  υπηρετούν με περηφάνια ξένες σημαίες. Και ο κόσμος διαβάζει για να ενημερωθεί εφημερίδες  που έχουν εξαγορασθεί, πολλές φορές αντί πινακίου φακής, για να   παρουσιάζουν τις ειδήσεις σύμφωνα με τα συμφέροντα αυτών που τις πληρώνουν. Σε αυτή την ταραγμένη ατμόσφαιρα  της χώρας που βασιλεύει η ασυναρτησία, αυτό κατάντησε τελικά να σημαίνει το « Ξιφίρ Φαλέρ», πλέκει την ιστορία της η Αθηνά Κακούρη, ζωντανεύοντας για άλλη μια φορά με μοναδικό τρόπο μια εποχή και πλάθοντας ανθρώπινους χαρακτήρες με σάρκα και οστά. Με μεγάλη χαρά ξαναβρήκα στο βιβλίο αυτό κάποιους από τους ήρωες και τις ηρωίδες της « Θέκλης», τις ιδεαλίστριες Πέρσα Καντιώτη και Αλεξάνδρου Ζάχου και  τη σπιρτόζα  Κάτε Δελαμέλλα. Κοντά τους  είδα να στροβιλίζονται  πρόσωπα σκοτεινά και ύπουλα, όπως ο χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς   Γάλλος στρατιωτικός ακόλουθος πλωτάρχης ντε Τρεφέιγ, ο επί κεφαλής της αγγλικής αντικατασκοπίας, ο πολυπράγμων  Φιτζγουίλιαμ, η αντιπαθέστατη Γαλλίδα δασκάλα δις. Ρεμί και ο Ρώσος  ακόλουθος Πιέρ που χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να αποσπάσει πληροφορίες, αλλά και ο ανεξάρτητος δημοσιογράφος, ο ολίγον ερωτύλος Κυριάκος Κανιστράκης και η τρυφερή μορφή του μικρού λουστράκου του ΄Ομηρου, μιας ελληνικής ψυχής ελεύθερης και τολμηρής που αψηφάει τον κίνδυνο προκειμένου να κάνει κάποιες ξανθές κοτσίδες να χαμογελάσουν. Ο ΄Ομηρος που δεν τον νοιάζει πως δεν έχει   σπίτι, γονείς, ρούχα, λεφτά  και του αρκεί να γελάει εις βάρος των δυνατών. Ο μικρός λιπόσαρκος ΄Ομηρος με τα πανέξυπνα μάτια δεν είναι παρά η ενσάρκωση της Ελλάδας  που  παίζει και γελά προσπαθώντας να ξεγλιστρήσει από την πανταχού παρούσα απειλή των δυνατών ξεχνώντας όμως πως το παιχνίδι το κερδίζουν, και όχι με τίμια πάντα μέσα, αυτοί που διαθέτουν δύναμη. 

Η  δράση στο μυθιστόρημα εκτιλύσσεται  γοργά, ο αναγνώστης δεν χάνει το ενδιαφέρον του ούτε στιγμή. Αγωνιά, χαίρεται και λυπάται με τα παθήματα των ηρώων και περιμένει τον από μηχανής θεό που θα λύσει όλα τα προβλήματα κατ΄ευχήν. Όπως όμως και στη ζωή συμβαίνει, δεν υπάρχει πάντα λύση, τουλάχιστον όχι αυτή που θα θέλαμε. Αυτό είναι που κάνει τα βιβλία της Αθηνάς Κακούρη τόσο αληθινά. Δεν υπάρχουν λύσεις "μελό". Στη "Θέκλη" η ηρωίδα δεν βλέπει να λυτρώνεται από τα δεσμά του γάμου της και η Μάρη του "Χαρταετού" υποτάσσεται στη μοίρα της. Το ίδιο και στο "Ξιφίρ Φαλέρ", για κάποιους από τους ήρωες η ζωή είναι άδικη. Αυτή όμως είναι η πραγματικότητα στη ζωή, δε μπορεί όλα να είναι τυλιγμένα σε ρόζ σελοφάν και χρυσόσκονη.

Ένα από τα δυνατά σημεία του βιβλίου είναι η γλώσσα του. Η Αθηνά  Κακούρη ξέρει να χειρίζεται τη γλώσσα αριστοτεχνικά. Με λιτότητα και γλαφυρότητα αφηγείται την ιστορία της, οι διάλογοι, ζωντανοί και αληθινοί, άλλοτε στη λόγια γλώσσα της εποχής και άλλοτε γλιστρώντας στα γραφικά Κορφιάτικα του Σπυρέττου, η συγγραφέας  μας κάνει να χαμογελάσουμε με το καυστικό  χιούμορ της που θυμίζει Ροΐδη , αλλά και Τζέιν ΄Οστεν  ιδίως όταν περιγράφει  την απρόβλεπτη Κάτε,  χαριτωμένα επιπόλαιη, αλλά και  ικανή να τα βγάζει πέρα στις πιο δύσκολες καταστάσεις.

 

Και το βιβλίο αυτό, όπως και τα προηγούμενα της Αθηνάς Κακούρη,  το διάβασα απνευστί, με έκανε πολλές φορές να γελάσω, και άλλες τόσες να κλάψω.    Είδα για άλλη μια φορά πόσο η Ιστορία δεν είναι παρελθόν και πως δεν πρέπει να ξεχνάμε. Μόνο γνωρίζοντας την Ιστορία του παρελθόντος θα  θωρακίσουμε το μέλλον μας. Το «Ξιφίρ Φαλέρ» είναι ένα βιβλίο που αγαπιέται και αξίζει να το έχετε στη βιβλιοθήκη σας, σας το συνιστώ με την καρδιά μου.

Thursday, April 09, 2009 10:23:04 AM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [6]  | 
Sunday, March 22, 2009

[Η+δασκάλα.jpg]

 

Eίναι κοντά μήνας που μια ενοχλητική γρίπη με κρατάει φυλακισμένη. Μόλις νιώσω κάπως καλύτερα και πάω να ξεμυτίσω παρ΄την κάτω πάλι. Τι στο καλό, αυτό θα γίνεται τώρα; Σημαίνει άραγε πως γέρασα και οι αντιστάσεις μου εξασθένισαν ή  μήπως έχουμε τόσο γεμίσει τον οργανισμό μας κατά καιρούς  με φάρμακα που δεν είμαστε πια σε θέση να τα βγάλουμε πέρα με ένα  κάπως πιο πεισματάρη  ιό;.  Εν πάση περιπτώσει, λέω να μη το βάλω κάτω και να τολμήσω έξοδο του Ευαγγελισμού. Οι διάφοροι άλλως τε μετεωρολόγοι υπόσχονται καλυτέρευση του καιρού. ΄Ιδωμεν. Αν πάντως αργήσω πάλι να γράψω να ξέρετε πως κάτι δεν πάει καλά …στο βασίλειο της Δανιμαρκίας!

 

Τον καιρό λοιπόν του αναγκαστικού εγκλεισμού μου  έλεγα πως θα βρω την ευκαιρία να πέσω με τα μούτρα στο διάβασμα για να καλύψω το κενό που δημιουργήθηκε λόγω της ενασχόλησης με το γράψιμο.  Φρούδες ελπίδες. Πολύ λίγα μπόρεσα να διαβάσω, φταίει βέβαια που είμαστε και στην τελική φάση των διορθώσεων του βιβλίου που θα κυκλοφορήσει, συν Θεώ, το Μάιο, οπότε με το μισό μυαλό εκεί δε μπορούσα να συγκεντρωθώ σε κάτι περισσότερο. ΄Εκανα όμως κάτι που με χαροποίησε ιδιαίτερα· παίρνοντας αφορμή από μια ανάρτηση της αγαπητής φίλης Αναγνώστριας για το Μυριβήλη, ξαναχώθηκα στις αναγνώσεις της νιότης μου και πιο συγκεκριμένα στη «Δασκάλα με τα χρυσά μάτια»  και  ένιωσα τη χαρά να βυθίζομαι και πάλι, όπως και  εκείνη, στα καθάρια νερά της πραγματικής λογοτεχνίας. Σαν παλιό καλό κρασί το γεύθηκα. Βυθίστηκα στα γάργαρα και παρθένα  ακόμη τότε  νερά της Μυτιλήνης. Ο Μυριβηλης νομίζω πως είναι από τους λίγους συγγραφείς που σε κάνουν να μυρίζεις τη θάλασσα του Αιγαίου, να την αισθάνεσαι στο δέρμα σου, να σου ξεκουράζει τα μάτια να σε τραβάει στην αγκαλιά της. Περπάτησα  ξυπόλητη στις αμμουδιές με τα ρόδινα κοχύλια, αλήθεια  πότε βρήκατε τελευταία φορά κοχύλια στη θάλασσα και όχι γόπες τσιγάρων; Γεύτηκα τους καρπούς των δέντρων και  ξεκουράστηκα στις  εξοχές του νησιού της Σαπφώς παρέα με τον λαβωμένο στην ψυχή και την καρδιά Λεωνή. Το πιο σπουδαίο όμως ήταν πως ένιωσα να με εκφράζουν και μένα οι σκέψεις του και οι προβληματισμοί του για τη ματαιότητα και τη βαρβαρότητα των πολέμων.  Η περιγραφή της αργής και βασανιστικής πορείας του  Βρανά προς το θάνατο, οι σκηνές φρίκης με το τραίνο των τραυματιών και  οι ταφές των ακρωτηριασμένων μελών, είναι χαραγμένες με πυρωμένο σίδερο πάνω στη καρδιά  και όχι με μελάνι πάνω σε χαρτί. ΄Ενιωσα  τον έρωτα και το πάθος του Λεωνή που τον οδήγησε στη λύτρωση, όμως, αντίθετα με τη φίλη μου,  δε μπόρεσα να χαρώ με την ερωτική σκηνή του τέλους. Τη βρήκα δυνατή αλλά, ας μου συγχωρεθεί η έκφραση, πολύ «αντρική». Η γυναίκα είναι το παθητικό αντικείμενο του έρωτα που λυτρώνει τον άντρα, αλλά ποτέ δε θα μάθουμε αν λυτρώθηκε και η ίδια.  Μου άφησε μια γεύση λιγάκι ανικανοποίητη το τέλος. Το βρήκα άνισο σε σχέση με τη θέση που φαίνεται να έχει  σε όλο το βιβλίο  ο Λεωνής για την κοινωνία και τη γυναίκα.  Τέλος οφείλω να πω και τη βασική ένστασή μου, που ήδη την έχω εκφράσει  στην Αναγνώστρια. Με κούρασε η κατάδηλη προσπάθεια του συγγραφέα να πλάσσει και να χρησιμοποιήσει  καινούργιες λέξεις.  ΄Εχω τη γνώμη  πως οι συγγραφείς της «γενιάς του ΄30» αγωνιζόμενοι να απαλλαγούν από τα βαρίδια της καθαρεύουσας και του λογιοτατισμού, και θέλοντας να πλάσουν μια γλώσσα καινούργια, απλή  αλλά και ποιητική ταυτόχρονα, έπεσαν σε υπερβολές πράγμα που σήμερα  φαίνεται   να προσθέτει ρυτίδες στο έργο τους. Δε μιλάω για τη γλώσσα των ιδιωματισμών της Λέσβου, αυτή στα λίγα σημεία που υπάρχει τη χαίρομαι. Μιλάω για τη χρήση λέξεων που είναι φανερά δημιουργήματα  της πένας του συγγραφέα. Ένας παλιός συγγραφέας μιλώντας κάποτε για ένα ομότεχνο του που δε συμπαθούσε ιδιαίτερα,  έλεγε πως « η γλώσσα του όζει λυχνίας» υπονοώντας ότι  ξενύχτησε ο δυστυχής για να πλάσσει μια λέξη. Δε νομίζω πως είναι αυτή η περίπτωση του Μυριβήλη, εντούτοις  δε βρίσκω να προσθέτει τίποτε  στο γλαφυρό ύφος του  ούτε να κάνει πιο δυνατές τις θαυμάσιες περιγραφές του η χρήση λέξεων όπως « μπάλεψε» αντί για « πάλεψε»  ή « η ντυσιά», ή « οι χτυπισιές», λέω έτσι πρόχειρα δυο τρεις λέξεις που με ξάφνιασαν δυσάρεστα. Το ξέρω πως το θέμα της γλώσσας είναι πολύ μεγάλο και δεν μπορεί να αναλυθεί και να συζητηθεί  από αυτή εδώ τη θέση και πως ακόμη είμαι πολύ μικρή για να κρίνω ένα συγγραφέα του διαμετρήματος του Μυριβήλη.  Να σας μεταφέρω μόνο θέλησα το πώς ένιωσα όταν διάβασα ξανα αυτό το αριστούργημα μετά από …(άσε καλύτερα να μη τα πω πόσα ) χρόνια. Ευτυχώς οι νεώτερες γενιές έχουν απαλλαγεί από το  ψευτοδίλημμα , «δημοτική» ή « καθαρεύουσα» Η γλώσσα είναι ζωντανή και εξελίσσεται μόνη της, ερήμην ημών των τεχνουργούντων

Sunday, March 22, 2009 8:14:08 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [19]  | 
Wednesday, March 11, 2009

 

Κάποιες φορές νοιώθεις μια ανεξήγητη δυσφορία, μια μελαγχολία χωρίς συγκεκριμένο λόγο και το αποδίδεις τότε στον καιρό, στο φαγητό που δε σου άρεσε.. στον ήλιο που κρύφτηκε ξαφνικά  πριν προλάβει να ζεστάνει τη φύση… Βρίσκεις και εφευρίσκεις ένα σωρό αιτίες για να εξηγήσεις την ανεξήγητη μεταστροφή της διάθεσης σου. ΄Ετσι και εγώ γράφοντας χτες για τη κακή διάθεσή μου την απέδωσα στο πνεύμα  του Βαλτάρι και τη νοσταλγία για τη νιότη που χάθηκε. Οι ποιητές όμως ξέρουν καλύτερα και όπως έγραψε και ο Καβάφης στο υπέροχο ποίημα του « Σοφοί  δε προσιόντων»

 

«Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα.
Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί,
πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων.
Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα
αντιλαμβάνονται.»

 

Θα ήθελα  όμως να προσθέσω πως κάποιες φορές και οι μη σοφοί, εμείς οι κοινοί θνητοί, αισθανόμαστε να μας αγγίζει ο ίσκιος των μελλόντων να συμβούν ή και εκείνων που ναι μεν έχουν συμβεί, πλην εμείς το αγνοούμε  Αυτό συνέβη και σε μένα χθες, όσο έγραφα το μικρό κείμενο μου και σας φανέρωνα τις μύχιες μαύρες σκέψεις μου στην αγαπημένη Κύπρο φίλος πολύ αγαπητός πολύ είχε ήδη φύγει για το ταξίδι χωρίς επιστροφή. Το έμαθα λίγες ώρες αργότερα και πόνεσε η καρδιά μου, γιατί ο θάνατος του φίλου ήταν αδόκητος. Νέος ακόμη,  χρήσιμος στην οικογένειά του και στην πατρίδα του, πάνω στην ακμή της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας,  αγαπητός σε όλους με το γέλιο και τον καλό λόγο να φωτίζει το πρόσωπό του. Ένας άνθρωπος με μεγάλη μόρφωση, αλλά, το σπουδαιότερο, και με ηθικό βάρος μεγάλο που δεν τον άφησε να λυγίσει ποτέ, ακόμη και στην πιο δύσκολη ώρα της ζωής του. ΄Ενας άνθρωπος που ήξερε να δίνει  κουράγιο και χαρά στους ανθρώπους   γύρω του και να είναι   το στήριγμα   και   τολμώ να πω η πηγή της ζωής για   την οικογένειά του.

Ο κόσμος έχει έτοιμες κοινότυπες φράσεις παρηγοριάς,, «οι καλοί φεύγουν πρώτοι», ή «καλύτερα έτσι, ωραίος θάνατος, δεν πρόλαβε να γεράσει, να αρρωστήσει, να χάσει την ανθρωπιά του». Μπορεί να είναι και έτσι , για μας όμως  και ιδιαίτερα για αυτούς τους πολύ δικούς σου ανθρώπους, Ράλλη, αυτά δεν είναι παρά λόγια που δε σημαίνουν τίποτε. Μόνο  μια ευχή μπορούμε να δώσουμε σε αυτούς που μένουν, να σε θυμούνται πάντα και ο Αλέξανδρος ο γιος και τα εγγόνια σου να σου μοιάσουν να γίνουν σαν εσένα άνθρωποι με «Α» κεφαλαίο.  

Καλό ταξίδι, Ράλλη, και Καλή Ανάσταση.

 

Wednesday, March 11, 2009 12:23:19 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [8]  | 
Tuesday, March 10, 2009

 

Τώρα που σιγά σιγά, λίγο διστακτικά  είναι η αλήθεια, μας έρχεται η ΄Ανοιξη με κυριεύει ένα είδος νοσταλγίας.. Νοσταλγώ, δεν ντρέπομαι να το ομολογήσω,  το  αίσθημα εκείνο που έχεις  όταν είσαι νέος και κάθε πρωί που ξυπνάς  περιμένεις  πως τη μέρα αυτή θα σου συμβεί κάτι θαυμαστό, κάτι μοναδικό. Και τις πιο πολλές φορές αυτό που περιμένεις έρχεται. ΄Ηταν άραγε το αποτέλεσμα των «θετικών  σκέψεων»  που βοηθούν όπως λέει η μεγάλη κόρη μας, ή της  φρέσκιας ματιάς της νιότης που έβλεπε  την ομορφιά  παντού και προσπέρναγε την ασχήμια; Μάλλον το δεύτερο. Η νιότη  μπορεί είναι αυστηρή στην κρίση της, να μην ανέχεται την ψευτιά και την υποκρισία,  έχει όμως το χάρισμα να μπορεί να  ξεχωρίζει την ομορφιά παντού, σε ένα βότσαλο, σε ένα σύννεφο, ένα φύλλο, μια ξαφνική βροχούλα που τη διαδέχεται ένα λαμπρό ουράνιο τόξο… Η  καρδιά του νέου είναι έτοιμη κάθε στιγμή να δεχτεί την ομορφιά και να  τη χαρεί.

Όταν είσαι νέος έχεις όλο το χρόνο, ή νομίζεις πως τον  έχεις, για να μπορείς να τον ξοδεύεις σε μικρές απολαύσεις. Μεγαλώνοντας μαθαίνεις να βάζεις προτεραιότητες,  προσπερνάς τις μικρές χαρές και ξαφνικά χωρίς να το καταλάβεις έχεις πάρει τη στροφή του δρόμου που οδηγεί στο τέρμα.  Τώρα είναι η ώρα να αρχίσεις να εκτιμάς και να χαίρεσαι ό,τι υπάρχει γύρω σου, να ξαναδείς τη ζωή μέσα από το πρίσμα της επερχόμενης απώλειας και να την εκτιμήσεις. .Κι όμως εννιά  φορές στις δέκα δεν το κάνεις. Είτε γιατί η κατηφόρα σε έχει πάρει και η κεκτημένη ταχύτητα της προηγούμενης ζωής δε σε αφήνει να χαλαρώσεις, είτε, το χειρότερο, γιατί  αντί να χαίρεσαι και να ευγνωμονείς τη ζωή για τις μικρές χαρές μεμψιμοιρείς και αγανακτείς το ίδιο με τα μικρά και τα μεγάλα… και η ζωή σε προσπερνά. Η άνοιξη δεν έρχεται, ούτε, το καλοκαίρι, ούτε το φθινόπωρο. .΄Ολες οι εποχές είναι ίδιες για σένα τώρα πια, όλα έχουν την ίδια γεύση, δεν περιμένεις πια κάτι θαυμαστό να σου συμβεί, ξέρεις πως η εποχή των θαυμάτων πέρασε πια για σένα…

 

Άλλα ήθελα να γράψω σήμερα και άλλα σας έγραψα.  Ήθελα να σας γράψω για τον αγαπημένο μου συγγραφέα, τον Μίκα Βαλτάρι, τον ξέρετε, νομίζω σας έχω ξαναμιλήσει για αυτόν. Τη  χρονιά που μας πέρασε συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννησή του και με την ευκαιρία αυτή η Φινλανδική κυβέρνηση έκοψε το αναμνηστικό νόμισμα που βλέπετε.

 

 Αντί όμως να σας γράψω για τον Βαλτάρι, έγραψα ένα πεσιμιστικό κείμενο. ΄Ισως με επηρέασε το πνεύμα του χωρίς να το ξέρω. Γιατί ο μεγάλος Φινλανδός συγγραφέας ήταν μια ψυχή βασανισμένη, ένας άνθρωπος που όσο ζούσε ακροβατούσε στο μεταίχμιο της πραγματικότητας και του κόσμου της φαντασίας. Ένας άνθρωπος που μας έδωσε βιβλία εμπνευσμένα, γεμάτα μυστικισμό, και ενατένιση σε βάθος της ανθρώπινης ψυχής και των αδυναμίων της που όμως δυστυχώς δεν είναι τόσο γνωστός στην Πατρίδα μας, όσο  είναι στον άλλο κόσμο. Ο Βαλτάρι  θεράπευσε  όλες της μορφές του λόγου, θεατρικά έργα, κινηματογραφικά σενάρια, λογοτεχνικές κριτικές, ποιήματα, παραμύθια, διηγήματα, μυθιστορήματα. Εκεί όμως που είναι αξεπέραστος, κατά τη γνώμη μου και κατά τη γνώμη των αναγνωστών του στις 30 γλώσσες που έχουν μεταφραστεί τα έργα του, είναι στο ιστορικό μυθιστόρημα. Πιστεύω πως κανείς άλλος, ούτε πριν ούτε μετά από τον Βαλτάρι κατάφερε να μεταφέρει τον αναγνώστη σε εποχές μακρινές και να τον κάνει να δει με τα μάτια του ανθρώπου τότε τα αιώνια προβλήματα.. Τη μοναξιά, τον έρωτα, την προδοσία, την πίκρα της ματαίωσης των ονείρων. Περισσότερο από όλα τα βιβλία του αυτό γίνεται φανερό  στον «Αιγύπτιο» που έγραψε επηρεασμένος από τις κοσμογονικές αλλαγές που έφερε στον κόσμο μας ο Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος . Το βιβλίο  κυκλοφορούσε από τις εκδόσεις « Κάκτος» και το πλήρες κείμενο από τη φινλανδική γλώσσα από τις εκδόσεις «Καλέντης» με τον τίτλο « Σινουχέ ο Αιγύπτιος». Όταν τελειώσεις το βιβλίο έχεις στο στόμα μια γλυκόπικρη γεύση, αισθάνεσαι και εσύ την ίδια πίκρα της ματαίωσης την ίδια μοναξιά  με τον ήρωα τον Αιγύπτιο γιατρό του 14ου αιώνα π.χ. που έζησε τις κοσμογονικές αλλαγές που έφερε στην Αίγυπτο ο οραματιστής Φαραώ

 

ΑΚΕΝΑΤΟΝ, ο πρώτος μονοθεϊστής της Ιστορίας.  Σε ένα άλλο εξ ίσου εμπνευσμένο μυθιστόρημα, τον

«Μαύρο ΄Αγγελο» ( παλιότερα  Κάκτος) ή« Ιωάννης ΄Αγγελος» (Καλέντης) ζούμε τις τελευταίες ημέρες  πριν από την πτώση της Βυζαντινής  αυτοκρατορίας και την αγωνία του τέλους, αλλά  βιώνουμε και την ηθική κάθαρση και τη ψυχική ανάταση του ήρωα που αντιμετωπίζει με τη γαλήνη που χαρίζει η γνώση της αθανασίας,  την  ανατροπή των αξιών και  του κόσμου που  ήξερε από  τη «Νέα τάξη»   του  νεαρού και  αδίστακτου Μωάμεθ του  Πορθητή.

Θα μπορούσα να σας έγραφα σελίδες επί σελίδων για τον Βαλτάρι, όμως όλα έχουν ή πρέπει να έχουν ένα όριο. Αγοράστε, δανειστείτε, βρείτε τέλος ένα τρόπο να διαβάσετε έστω ένα βιβλίο του και ελάτε να συζητήσουμε.

Τελειώνοντας  μπορώ να σας εξομολογηθώ κάτι, γράφοντας είδα  καθαρά τι ήταν αυτό που μου γέννησε αυτή τη Νοσταλγία που σας έγραψα στην αρχή. Νοστάλγησα την εποχή που διάβασα για πρώτη φορά αυτά τα βιβλία, στην τρυφερή ηλικία των 16 χρόνων και για μια στιγμή ευχήθηκα να μπορούσα να γύριζα το χρόνο να ξαναδοκίμαζα αυτό το γλυκόπικρο αίσθημα άλλη μια φορά…

 

 

Tuesday, March 10, 2009 6:42:28 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [7]  | 
Monday, February 23, 2009

Mε αφορμή ένα ολοσέλιδο άρθρο στην Κυριακάτικη Καθημερινή της  15 Φεβρουαρίου με τίτλο « Μια καινούργια απόλαυση: νεκροσκοπία» που αναδημοσίευσε  το εξαίρετο άρθρο του Γάλλου ψυχίατρου και ψυχαναλυτή Σάρλ Μελμάν, δημοσιευμένου  αρχικά στο περιοδικό Αrt  Press, «Αγαλματοποιία φτιαγμένη από το ίδιο το χέρι του Θεού», έρχομαι να ενώσω και εγώ τη φωνή μου μαζί με τη δική του και με όλων όσων  μοιράζονται τις ίδιες ιδέες και να προσθέσω και εγώ ένα λιθαράκι διαμαρτυρίας  στα καινούργια ήθη .

 

Όπως λοιπόν διάβασα, στην Τεχνόπολη στο Γκάζι, παρουσιάζεται μια «πρωτοποριακή» έκθεση στην οποία τα εκτιθέμενα  αντικείμενα είναι αγάλματα φτιαγμένα από το ίδιο το χέρι του Θεού. Αν δεν καταλάβατε πρόκειται για συντηρημένα πτώματα ή μάλλον πλαστικοποιημένα πτώματα στα οποία το νερό στα  κύτταρα ενόσω είναι ακόμη «φρέσκα» έχει αντικατασταθεί  με  υγρή σιλικόνη σύμφωνα με μια μέθοδο που εφεύρε ένας ανατόμος, άλλοτε βοηθός ανατομικού εργαστηρίου στην Ιατρική σχολή της Χαϊδελβέργης, ο δρ. Γκύντερ φον Χάγκενς. Η έκθεση είναι περιοδεύουσα και  είχε τεράστια επιτυχία  όπου παρουσιάστηκε, 26.000.000 οι άνθρωποι   την έχουν δει περιλαμβανομένων και μαθητών σχολείων..  Οι οργανωτές και ο «καλλιτέχνης» ισχυρίζονται πως πρόκειται για νέα μορφή τέχνης και πως η έκθεση βοηθά στην κατανόηση της λειτουργίας του ανθρώπινου σώματος. Οι θεατές θα μπορούν λένε να δουν «την ομορφιά και την πολυπλοκότητα των ίδιων τους των σωμάτων, των οργάνων και των συστημάτων του ανθρώπινου οργανισμού» και ισχυρίζονται πως η έκθεση  «θα μας διαφωτίσει, θα μας παρακινήσει, θα μας γοητεύσει, και θα μας εμπνεύσει…». Εγώ υποψιάζομαι  πως τα κίνητρα κάθε άλλο παρά επιστημονικά ή καλλιτεχνικά είναι.

 

Μερικές λεπτομέρειες ακόμη, τα εκτιθέμενα πτώματα  ανήκουν σε νέους ανθρώπους  ασιατικής καταγωγής. Πως προμηθεύτηκε και από πού το υλικό για την «καλλιτεχνική του δημιουργία» ο δρ. Φόν Χάγκενς είναι άγνωστο, εικάζεται πως είναι  πτώματα Κινέζων, φυλακισμένων ή και εκτελεσμένων. Φυσικά κανείς δεν γνωρίζει κατά πόσο οι νεκροί ήθελαν αυτή την μετά θάνατον «δημοσιότητα». Τα νεκρά σώματα εκτίθενται σε στάσεις που θυμίζουν αγάλματα, υπάρχει για παράδειγμα ένας δισκοβόλος, ένας δρομέας έτοιμος για την εκκίνηση, δυο άλλοι που μοιάζουν να χορεύουν, μια έγκυος δείχνει το έμβρυο στην κοιλιά της κ.α.. Οι θεατές χάρη στις τομές που έχουν γίνει στα πτώματα  βλέπουν τη δομή του σκελετού, των μυών, τα όργανα και ικανοποιούν έτσι τη «γνωστική» τους περιέργεια. ΄Η μάλλον για να είμαστε ειλικρινής, αναζητούν άλλο ένα τρόπο για να νοιώσουν την αδρεναλίνη τους να «χτυπάει κόκκινο», όπως είναι η, κατά τη γνώμη μου αδόκιμη, έκφραση. Μήπως κάπως έτσι δεν ανέβαζαν την αδρεναλίνη τους όσοι παρακολουθούσαν τις μονομαχίες στις Ρωμαϊκές αρένες περιμένοντας με ανυπομονησία και απαιτώντας  να δουν αίμα και πτώματα;

Θα  ήθελα όμως κάποιος να μου εξηγήσει  που χάθηκε αυτό και οι πιο πρωτόγονοι λαοί γνωρίζουν, ο σεβασμός του νεκρού. Η υπέρτατη τιμή που βοηθά τους ζωντανούς να αντιμετωπίσουν το φόβο του θανάτου ξέροντας πως όταν έρθει και η δική τους στιγμή, κάποιος θα τους κλείσει τα μάτια, κάποιος θα φροντίσει να φύγει με αξιοπρέπεια όπως πρέπει. Ακόμη και οι λαοί εκείνοι, όπως οι Αιγύπτιοι που είχαν αναγάγει σε τέχνη την ταρίχευση των νεκρών, το έκαναν αυτό όχι για δική τους ψυχαγωγία, αλλά γιατί έτσι πίστευαν πως ο νεκρός θα μπορέσει να παρουσιαστεί στους κριτές του Κάτω Κόσμου για να κριθεί για τις πράξεις του προκειμένου να μπορέσει να ξαναγεννηθεί κάποτε.     Αναρωτιέμαι αν εκείνοι που ένα ξαφνικό χτύπημα της μοίρας τους στέρησε αγαπημένο πρόσωπο και είχαν το κουράγιο να συναινέσουν με σπαραγμό καρδιάς  να του αφαιρεθούν όργανα   για να σωθούν  άλλοι που τα χρειάζονταν  ή και να δοθούν στην επιστήμη, κατά πόσο θα συναινούσαν και στο  να εκτίθεται το σώμα του αγαπημένου τους στη θέα ενός ανθρωποφάγου κοινού. Αναρωτιέμαι αν κάποιος από αυτούς που πάνε να δουν την έκθεση θα ήθελε αντί για τα ανώνυμα σώματα κάποιων άτυχων νεκρών να έβλεπε στην ίδια κατάσταση το σώμα αγαπημένου νεκρού.

 Τέλος,  αλλά όχι ελάχιστο, σκέφτεστε τι επιτυχία θα είχε η μέθοδος αυτή αν είχε ανακαλυφθεί την εποχή  του ναζισμού; Με την αφθονία πτωμάτων και μάλιστα σε κατάσταση  απόλυτης φρεσκάδας, με τις εκφράσεις τις φρίκης του θαλάμου των αερίων παγωμένες για πάντα στα πρόσωπά των νεκρών…. τι τύχη!!! Δε θα χρειάζονταν φούρνοι ούτε μαζικοί τάφοι, τα πτώματα  πλαστικοποιημένα θα μπορούσαν να  εμπλουτίσουν τις βιτρίνες μουσείων και να χρησιμεύουν για την μόρφωση των νέων και μη . Όλοι θα μπορούσαν   βλέποντας τα εκθέματα να αντιληφθούν πόσο «κατώτερη» φυλή ήταν οι Εβραίοι, οι Πολωνοι, οι Γύφτοι και όλοι οι άλλοι που οι ψυχές τους στοιχειώνουν ως σήμερα τα κρεματόρια.

Ας μη κοροϊδευόμαστε, ας μη καμαρώνουμε για τον πολιτισμό μας, ο άνθρωπος είναι το «δεινότερο» ζώο όπως είπε ο Σοφοκλής, με την έννοια όχι του « θαυμαστού, αλλά του φοβερού, γιατί έχει αυτές τις δύο έννοιες η λέξη « δεινός» όπως πολύ ωραία ανέλυσε κάποτε ο Κ.Καστοριάδης.

 

Περιττό να σας πω ότι δε θα πάω στην έκθεση όχι γιατί φοβάμαι, ή δεν έχω το κουράγιο,  αλλά γιατί θέλω να πιστεύω ότι οι ανώνυμοι αυτοί νεκροί έχουν ανάγκη από το σεβασμό μας, το ζητούν τα τραυματισμένα κορμιά τους και οι κραυγές που βγαίνουν από τα ανοιχτά στόματά τους αυτό λένε « Ελεος!»

 

Για το ίδιο θέμα έχει γράψει ένα καταπληκτικό κείμενο και η Μερόπη http://meropbird.blogspot.com 

Monday, February 23, 2009 7:12:54 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [12]  | 
Saturday, February 21, 2009

Μια εικόνα από την παρουσίαση του εξαίρετου βιβλίου "Από Δρυ παλιά και από Πέτρα" της Νοέλ Μπάξερ που έγινε τη Δευτέρα που μας πέρασε στον Πειραιά στο εντευτήκτιο του Συλλόγου Αποφοίτων της Ιωννιδείου Σχολής. Με την ευκαιρία της εκδήλωσης είχαμε την ευκαιρία να δούμε και την έκθεση  με σπάνιες φωτογραφίες από  χαμένες πατρίδες, Μικρά Ασία και Κύπρο που οργάνωσε για το σκοπό αυτό ο Σύλλογος και η Λέσχη Ανάγνωσης ΦΩΣ του Πειραιά. Σε μια κατάμεστη μεγάλη αίθουσα με την  παρουσία του Αντιδημάρχου Πειραιά και της Δημάρχου Κερύνειας που μας συγκίνησε όλους όταν μας μετέφερε τη φωνή της σκλαβωμένης πατρίδας της, είχαμε τη χαρά να ακούσουμε όχι μόνο την παρουσίαση του βιβλίου αλλά και  τα  αποσπάσματα του  που διάβασε με ξεχωριστή αισθαντικότητα η εκλεκτή ηθοποιός Αιμιλία Υψηλάντη ενώ  τρείς νέοι ηθοποιοί, που δυστυχώς δε θυμάμαι τα ονόματά τους, ζωντάνεψαν τη σκηνή που η Κατίνα αναγγέλει στην Πηνελόπη την άφιξη στη Κερύνεια του μελλοντικού συζυγου της του Τζόνι Σάρρει.  Ακούστηκαν μάλιστα και οι ομηρικοί στίχοι στο πρωτότυπο. Η δημοσιογράφος κ. Θεοδοσία Κοντζόγλου συζήτησε επίσης με τη συγγραφέα δίνοτας μας άλλη μια φορά την ευκαιρία να χαρούμε το ταλέντο της συγγραφέως .   Στη συντροφιά μας ήταν και οι πιστοί  φίλοι της Λέσχης ανάγνωσης Περιστερίου Ακάμας, και Κυριάκος.

Πραγματικά μια βραδιά αξέχαστη.

Saturday, February 21, 2009 11:44:43 AM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [10]  | 
Saturday, February 14, 2009

Έγινε λοιπόν και αυτό και είναι τώρα παρελθόν. Η συνάντησή μας και η παρουσίαση του βιβλίου της Γιόλας Δαμανού Παπαδοπούλου. Χάρη σε εσάς τους φίλους που δεχθήκατε την πρόσκληση περάσαμε μια ζεστή βραδιά φορτισμένη με πολλή συγκίνηση είναι αλήθεια. Πως όμως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά όταν μιλάς για την Κύπρο; ΄Οταν μιλάς για μια πληγή που ματώνει τριαντατέσσερα χρόνια πίσω; ΄Οταν στη συντροφιά υπάρχουν άνθρπωποι έχασαν το άλλο τους μισό εκείνο τον Ιούλιο και έκτοτε δεν έπαψαν να το αναζητούν;  Για όσους δεν ήταν κοντά μας μεταφέρω εδώ όσα είπα προχθές βράδυ

" Είναι μεγάλη τιμή και χαρά για μένα να βρίσκομαι απόψε κοντά σας για να σας παρουσιάσω το τελευταίο βιβλίο της Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου, μιας εκλεκτής εκπροσώπου της πνευματικής Κύπρου.  Η μικρή Κύπρος, για όσους δεν το γνωρίζουν, πρέπει να πω,  έχει να επιδείξει μια αντιστρόφως ανάλογη λογοτεχνική παραγωγή σε σχέση με το πληθυσμό της. Είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω η ίδια πόσο αγαπούν να διαβάζουν οι άνθρωποι στη Κύπρο. Δεν είναι υπερβολή να πω πως σε  κάθε σχολείο, σε κάθε γειτονιά  υπάρχει και μια αξιόλογη βιβλιοθήκη  που τα βιβλία της ζουν και αναπνέουν χάρη στους ανθρώπους  που τα διαβάζουν και ασχολούνται με αυτά, αντί να τα αφήνονται να σκονίζονται στα ράφια.  Εκπρόσωπος λοιπόν αυτής της πνευματικής Κύπρου μας έρχεται απόψε η Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου, μια λογοτέχνης  που τα βιβλία της  έχουν αγαπηθεί στην Κύπρο και την Ελλάδα και έχουν αποσπάσει βραβεία  ελληνικά και   διεθνή.   Η Γιόλα  Δαμιανού Παπαδοπούλου, ασχολείται σοβαρά και με υπευθυνότητα με όλα τα είδη του λόγου. Γράφει για μεγάλους και για παιδιά, γράφει διηγήματα, μυθιστορήματα, ποιήματα,  δημοσιογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά αλλά  και το ραδιόφωνο, μετέχει σε λογοτεχνικούς συνδέσμους  και γενικά είναι μια ζωντανή παρουσία στον πνευματικό χώρο της Κύπρου.  Η Γιόλα  Δαμιανού Παπαδοπούλου, γεννήθηκε και ζει στην Κύπρο με την οικογένεια της,  έχει  όμως  περάσει ένα μεγάλο μέρος της νεανικής και ενήλικης ζωής της στην Αφρική. Τα χρόνια που έζησε εκεί και οι εμπειρίες που αποκόμισε   έχουν επηρεάσει το γράψιμό της που είναι ζωντανό και πολύχρωμο, άλλοτε τρυφερό, άλλοτε βίαιο σαν τη γη της Αφρικής

 Το  πρώτο βιβλίο της που διάβασα,  «Ψίθυροι του Δάσους»  που σημειωτέον  έχει κάνει ήδη πέντε εκδόσεις,  με εντυπωσίασε.. Μέσα από τη γλαφυρή πένα της  συγγραφέως ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με  μια Αφρική, λίγο ως πολύ  άγνωστη σε μας τους Ευρωπαίους. Μια Αφρική μιας όχι τόσο μακρινής εποχής, λίγο πριν την αγγίξει η φρίκη της πείνας, της αρρώστιας και των εμφυλίων σπαραγμών, που όμως αρχίζει να ξυπνά  από ύπνο αιώνων  διεκδικώντας για τους λαούς της δικαιώματα  που οι λευκοί αδελφοί τους έχουν ήδη κατακτήσει αιώνες πριν. Μέσα από  βίαιες συγκρούσεις  και  πάθη,  χαρακτηριστικά κάθε επανάστασης, ανατροπές και όνειρα χαμένα, η Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου υφαίνει ένα μύθο δυνατό  που σε ακολουθεί και αφού έχεις τελειώσει το βιβλίο.

Με νωπές ακόμα τις εντυπώσεις από το θαυμάσιο αυτό βιβλίο έσπευσα να διαβάσω το επόμενο βιβλίο της, αυτό για το οποίο θα μιλήσουμε απόψε, με τον αμφίσημο τίτλο « Το άλλο μου μισό» Μπορώ μάλιστα να πω πως ήμουν   από τους πρώτους που αγόρασαν μόλις κυκλοφόρησε.  Νομίζω μάλιστα ότι το πήρα στα χέρια μου πριν  από την ίδια τη συγγραφέα και άρχισα να το διαβάζω μέσα στο τρόλεϊ που με πήγαινε σπίτι μου. Μέχρι να φτάσω από την Ακαδημία ως το Μέγαρο Μουσικής είχα διαβάσει τα δύο πρώτα κεφάλαια. Με κόπο το άφησα για να κατέβω στη στάση μου και περίμενα με ανυπομονησία την ώρα που θα το έπιανα πάλι στα χέρια μου  και έλεγα πως δεν θα ησυχάσω μέχρι να το τελειώσω. Λάθος ούτε τότε ησύχασα, αυτό που είχα διαβάσει με είχε τόσο συγκινήσει τόσο συνεπάρει που ακόμα και σήμερα το κουβαλάω μέσα μου.

 

Ο ανυποψίαστος αναγνώστης διαβάζοντας τον τίτλο του βιβλίου θα νομίσει πως πρόκειται για άλλη μια ερωτική ιστορία, όπου δύο άνθρωποι αναζητούν ο ένας τον άλλο για να γίνουν και πάλι μια ακέραια μονάδα όπως λέει ο Πλάτων. Η εικόνα όμως στο εξώφυλλο, για όποιον γνωρίζει,  παραπέμπει στο άλλο μισό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι η εικόνα ενός έρημου σήμερα χριστιανικού μοναστηριού, του Αγίου Ανδρέα στην Καρπασία.  Το ένα  μισό του διχασμένου νησιού  που βρίσκεται πίσω από την   γραμμή που χάραξε το μίσος και ο πόλεμος και ποθεί και αναζητεί την ένωση με το άλλο μισό της ελεύθερης πλευράς. Σε δεύτερο όμως επίπεδο ο τίτλος υποδηλώνει και  κάτι άλλο, την  αναζήτηση και την  αγωνία της ψυχής  των ανθρώπων που δεν ολοκληρώθηκαν σαν χαρακτήρες γιατί την κρίσιμη στιγμή της ζωής τους κόπηκε ο δεσμός με το άλλο μισό του εαυτού τους.

Στο  μυθιστόρημα της αυτό η Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου, καταπιάνεται με τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας της Κύπρου. Προβλήματα που οι ρίζες τους πάνε  πίσω στο χρόνο. Στο θερμό καλοκαίρι του 1974, τριάντα τέσσερα χρόνια πριν , που η μικρή πατρίδα της διχάστηκε βίαια. Στη σημερινή Κύπρο και ιδιαίτερα στη Λευκωσία  και την Κερύνεια, τοποθετεί το μύθο της η συγγραφέας.  Ο Γιάννης Γαβριηλίδης, ένας από τους ήρωες, ζει μια ζωή φαινομενικά ευτυχισμένη, είναι δραστήριος, επιτυχημένος επιχειρηματίας, παντρεμένος με την όμορφη και προικισμένη καλλιτέχνιδα Αριάδνη και η ζωή τους κυλά ήρεμα στην ξαναγεννημένη Κύπρο, που έχει πια  γίνει μέλος της  Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης.   Κάτω όμως από το λούστρο της επιφάνειας, της επιτυχημένης και ευτυχισμένης ζωής του ήρωα και της γυναίκας του και της ανθούσας κοινωνίας της Κύπρου, κρύβονται δράματα και πληγές που με την πρώτη ευκαιρία ματώνουν.   Κάθε τόσο την επιφανειακή ηρεμία  έρχεται να ταράξει ένα περιστατικό για να θυμίσει πως ό,τι πληγώνει δεν ξεχνιέται.   Κάποιοι ,  δεν μπορούν  να  ξεχάσουν τις προσωπικές τραγωδίες που τους χτύπησαν. ΄Ενας από αυτούς είναι  ο Γιάννης Γαβριηλίδης, που κουβαλάει την ανάμνηση της τραγικής  ημέρας του Ιουλίου του 74  όταν παιδί εννέα χρονών, κρυμμένο σε μια  κουφάλα δέντρου  ήρθε αντιμέτωπος με την ανθρώπινη θηριωδία δίχως να μπορεί να αντιδράσει. Τότε που είδε τη μητέρα του να βιάζεται και να σκοτώνεται και τον αδερφό του να βασανίζεται,  Μπορεί ο ίδιος να σώθηκε  και χάρη στην αγάπη των παππούδων του και φίλων που τον περιμάζεψαν, να κατάφερε να φτιάξει τη ζωή του οι εικόνες  όμως της βίας, ανάμεικτες  με αδικαιολόγητα αισθήματα ενοχής  για τη δική του αδράνεια, όπως νομίζει, τον καταδιώκουν  συνεχώς και δεν τον αφήνουν να ησυχάσει, ούτε να ωριμάσει συναισθηματικά. Παρά τις επαγγελματικές του επιτυχίες παραμένει   συναισθηματικά ασταθής και ευάλωτος. Αυτά  ακριβώς τα βαθειά  τραύματα δεν τον αφήνουν να καταλάβει τον τρόπο  που σκέφτεται και αντιδρά η Αριάδνη, η όμορφη   γυναίκα του που δεν έχει ανάλογα βιώματα, μια και ήταν πολύ μικρή όταν έγινε η καταστροφή του 74, και είναι φυσικό να βλέπει τον κόσμο μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα. Η Αριάδνη, προικισμένη καλλιτέχνις πιστεύει στην επαναπροσέγγιση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων μέσα από την τέχνη και για αυτό δέχεται να συμμετάσχει σε μια κοινή έκθεση καλλιτεχνών από τις δύο πλευρές.  Θα ήθελε τον άντρα της κοντά της τη στιγμή που κάνει το μεγάλο αυτό βήμα, εκείνος όμως δε μπορεί να καταλάβει την ανάγκη της, το τραύμα της ψυχής του δεν τον αφήνει  να δει καθαρά. Από εδώ και πέρα  τα πράγματα, εξελίσσονται ραγδαία,  παίρνουν  μια απροσδόκητη τροπή. Ο Γιάννης  στο εξωτερικό  που βρίσκεται για επαγγελματικό ταξίδι,  υποκύπτει στον πειρασμό της όμορφης πόρνης που του ρίχνει για δόλωμα ο πονηρός Ρουμάνος συνεργάτης  του για τον καταστήσει υποχείριο του. ο Γιάννης αν και   υποψιάζεται τις προθέσεις του συνεργάτη του, εντούτοις ο ανώριμος συναισθηματικά χαρακτήρας του τον  αφήνει να υποκύψει  στον πειρασμό της σάρκας και να ξεχάσει προσωρινά την Αριάδνη τη γυναίκα του. Εκείνη πάλι, με τις ευαίσθητες κεραίες του καλλιτέχνη που διαθέτει, διαισθάνεται πως κάτι δεν πάει καλά στη σχέση τους,  πληγώνεται και  νοιώθει να κλονίζεται το βάθρο του γάμου της που μέχρι τότε πίστευε σταθερό. Ο πειρασμός χτυπά και τη πόρτα της δικής της καρδιάς και  έχει τη μορφή ενός όμορφου Τουρκοκύπριου  ζωγράφου, του Αχμέτ. Ένα δυνατό πάθος τους φέρνει κοντά, εκείνο όμως που αγνοούν και οι δύο είναι  πως η μοίρα τους έχει διαλέξει για να παίξει ένα γλυκόπικρο παιχνίδι μαζί τους και με τους ανθρώπους που αγαπούν. Δε θέλω να σας αποκαλύψω τα μυστικά του βιβλίου γιατί θέλω να το αγοράσετε και να το διαβάσετε και να το απολαύσετε όπως εγώ.

Εκεί που θέλω να σταθώ είναι στη γραφή της  Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου, βρήκα το γράψιμό της πιο ώριμο πιο βαθύ από το προηγούμενο βιβλίο της τους Ψίθυρους του Δάσους.  Στο καινούργιο της μυθιστόρημα η συγγραφέας προχωρεί σε  μια βάθος ανάλυση προσώπων και χαρακτήρων. Κοντά στον ασταθή και ανώριμο Γιάννη, την ευαίσθητη Αριάδνη και  τον τρυφερό Αχμέτ που με αγωνία αναζητά την ταυτότητά του, στήνει χαρακτήρες γερούς και αληθινούς. Την   μητέρα της Αριάδνης τη φαινομενικά  ελαφρόμυαλη και επιδερμική Θάλεια, που έχει διαλέξει αυτό το προσωπείο για τον εαυτό της για να κρύβει τον πληγές που προκαλεί στο γάμο της  ο  εγωιστής και γυναικάς  άντρας  της,  την αρχόντισσα  κυρία Μάρα,   που έχει μάθει να υπομένει και να παραμερίζει τον εαυτό της για χάρη αυτών που αγαπά,   τον πονηρό Βίκτορα, τον άπληστο Ισμαήλ, και άλλες φευγαλέες φιγούρες  κυνικών επιχειρηματιών και  κοσμικών κυριών που αναζητούν  την καλοπέραση και τον πλουτισμό με κάθε μέσο χωρίς ηθικές αναστολές    Όλοι είναι  πρόσωπα με σάρκα και οστά, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, εύκολα αναγνωρίσιμοι.

 Εκείνο όμως που κάνει το βιβλίο ξεχωριστό είναι ο τρόπος με τον οποίο φωτίζει η συγγραφέας τη ζωή στη σημερινή διχασμένη Κύπρο. Με τόλμη και θάρρος μας δίνει μια εικόνα της σημερινής Κύπρου, όπου κάτω από την επίφαση του πλούτου και της ευμάρειας και πίσω από τη φαινομενική επιδίωξη του πλουτισμού,  κρύβονται  πληγές βαθειές, χαμένες πατρίδες, χωρισμένες οικογένειες. Αγνοούμενοι. Η βαθύτερη και πιο οδυνηρή πληγή. Η πληγή που ματώνει και δεν αφήνει τους ανθρώπους που αγαπούν να ξεχάσουν. Κοντά σε αυτούς που θέλουν να ξεχάσουν, να  κάνουν δουλειές στην άλλη πλευρά του νησιού να αγοράσουν με τεχνάσματα σπίτια και χτήματα που κάποτε τους ανήκαν, κοντά σε εκείνους που παίρνουν  το αυτοκίνητο και περνούν με ελαφριά την καρδιά στα  κατεχόμενα για να διασκεδάσουν , να παίξουν στα καζίνο, ή να φάνε ψάρι και κανταίφι στη Κερύνεια, υπάρχουν εκείνοι που περιμένουν μια είδηση για κάποιον που χάθηκε τριάντα τέσσερα χρόνια πριν. Υπάρχουν εκείνοι που τους καλούν οι αρχές να παραλάβουν κάποια οστά που ταυτοποίηθηκαν με τις σύγχρονες μεθόδους της επιστήμης, και τώρα καλούνται οι αγαπημένοι να τους αποδώσουν τις τελευταίες τιμές.  Κάποιες γυναίκες θα θρηνήσουν οριστικά το χαμό αυτών που θεωρούσαν ως χθες « αγνοούμενους». Κάποιοι άλλοι θα γυρίσουν πίσω στις παλιές γειτονιές που έπαιζαν, θα δουν τα σπίτια τους να τα κατοικούν άλλοι, θα έχουν χάσει ένα κομμάτι της ζωής τους και  δε θα μπορέσουν να αντιδράσουν. Αυτές οι πληγές είναι δύσκολο να κλείσουν. Για αυτές μιλάει η Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου, γιατί μια καρδιά μοιρασμένη, όπως είναι η Κύπρος σήμερα, Δε θα πάψει ποτέ να αναζητά το άλλο μισό της,. Θα αναζητά και θα ελπίζει να μπορέσει γίνει και να νοιώσει ολόκληρη πάλι. Αυτό ευχόμαστε και εμείς που αγαπούμε και καταλαβαίνουμε τον πόνο του χωρισμού."

     

 

Saturday, February 14, 2009 11:51:28 AM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [8]  | 
Wednesday, February 11, 2009

 Σας περιμένουμε το απόγευμα στις 7.00 στο βιβλιοπωλείο "Πατάκη" Ακαδημίας 65 να μιλήσουμε για το βιβλίο της Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου " Το άλλο μου μισό" Μη μας ξεχάσετε. 
Wednesday, February 11, 2009 12:14:36 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [9]  |